Ο Ζότα Σίλβα μίλησε στην «A Bola» για τη νέα σελίδα της καριέρας του στον Ολυμπιακό, την προσαρμογή του στην Ελλάδα, αλλά και τη μεταγραφή στη Σπόρτινγκ που τελικά δεν ολοκληρώθηκε την τελευταία στιγμή.
Ο Πορτογάλος μεσοεπιθετικός χαρακτήρισε τη μετακίνησή του στον Πειραιά μία «απίστευτη ευκαιρία», υπογραμμίζοντας πως βρήκε στον Ολυμπιακό ένα εξαιρετικό περιβάλλον και ανθρώπους που τον βοήθησαν να προσαρμοστεί άμεσα.
Παράλληλα, αναφέρθηκε εκτενώς στην υπόθεση της Σπόρτινγκ, στην απόφασή του να συνεχίσει τελικά στη Νότιγχαμ Φόρεστ και στη συνέχεια στην Μπεσίκτας, ενώ μίλησε και για τους Πορτογάλους που συνάντησε στον Ολυμπιακό.
Αναλυτικά η συνέντευξη του Ζότα Σίλβα στην «A Bola»:
Πώς είναι μέχρι τώρα η ζωή σου στην Ελλάδα;
«Οι πρώτοι μήνες είναι πολύ καλοί, τόσο μέσα στο γήπεδο όσο και στην προσωπική μου ζωή. Κατάφερα να προσαρμοστώ πολύ γρήγορα και σε αυτό με βοήθησε σημαντικά το γεγονός ότι συνάντησα στον Ολυμπιακό μια φανταστική ομάδα ανθρώπων.
Όλοι με υποδέχθηκαν με τον καλύτερο τρόπο και με βοήθησαν να αισθανθώ γρήγορα σαν στο σπίτι μου. Παράλληλα, το καλό ξεκίνημα της ομάδας και τα θετικά αποτελέσματα κάνουν ακόμη πιο εύκολη την προσαρμογή στην αρχή».
Τι ήταν αυτό που έκανε τον Ολυμπιακό την κατάλληλη επιλογή για σένα σε αυτό το σημείο της καριέρας σου;
«Ήταν το σωστό βήμα για μένα. Μου δίνει τη δυνατότητα να αγωνίζομαι σε έναν μεγάλο σύλλογο, τον μεγαλύτερο της Ελλάδας χωρίς αμφιβολία, να διεκδικώ τίτλους, να παίζω στην Ευρώπη και να έχω σταθερή συμμετοχή.
Αυτό ήταν κάτι που μου έλειψε σε σχέση με την περσινή μου εμπειρία στην Μπεσίκτας. Για μένα πρόκειται για μια απίστευτη ευκαιρία, τόσο λόγω του μεγέθους του συλλόγου και όσων εκπροσωπεί όσο και επειδή έχω την ευκαιρία να ξεχωρίσω στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη».
Έναν χρόνο νωρίτερα, η μεταγραφή σου στη Σπόρτινγκ είχε χαλάσει την τελευταία στιγμή. Πώς έζησες εκείνες τις στιγμές;
«Πλέον το βλέπω με απόλυτη φυσιολογικότητα. Έτσι είναι το ποδόσφαιρο. Ίσως η συγκεκριμένη υπόθεση έμεινε περισσότερο στη μνήμη όλων επειδή η μεταγραφή χάλασε μόλις ένα λεπτό πριν ολοκληρωθεί, όμως υπάρχουν πολλές μεταγραφές που τελικά δεν πραγματοποιούνται.
Ο τρόπος με τον οποίο συνέβη έκανε την ιστορία να ξεχωρίσει και γι’ αυτό πιστεύω ότι θα παραμένει στη συζήτηση. Εκείνη την περίοδο, πάντως, ήταν δύσκολα. Δεν θα το κρύψω, ήθελα πάρα πολύ να παίξω στη Σπόρτινγκ. Και εκείνοι με ήθελαν πολύ.
Ήθελα επίσης να συνεργαστώ ξανά με τον Ρουί Μπόρζες. Είχε παρουσιαστεί η ευκαιρία και όλοι προσπαθήσαμε να την κάνουμε πραγματικότητα. Η Σπόρτινγκ, η Νότιγχαμ Φόρεστ και εγώ θέλαμε να βρεθεί η καλύτερη δυνατή λύση.
Όλοι επιθυμούσαν να εξελιχθούν σωστά τα πράγματα για μένα και είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Κανείς δεν είχε πρόθεση να μου κάνει κακό. Απλώς αυτά συμβαίνουν στο ποδόσφαιρο.
Πόνεσε. Οι πρώτες στιγμές ήταν δύσκολες και σε επηρεάζουν, αλλά σηκώθηκα και πήγα στην προπόνηση, γιατί η ζωή συνεχίζεται. Αν δεν έγινε, τότε σημαίνει πως δεν ήταν γραφτό να γίνει».
Πόσο επηρέασε την οικογένειά σου αυτή η εξέλιξη, δεδομένου ότι η επιστροφή στην Πορτογαλία ήταν κάτι που θέλατε;
«Δεν θα κρύψω ότι εκείνη την περίοδο η επιστροφή στην Πορτογαλία ήταν κάτι πολύ σημαντικό για εμάς. Η Ρίτα και εγώ θέλαμε να γίνουμε γονείς, οπότε θα ήταν όμορφο να βρισκόμαστε στην Πορτογαλία και κοντά στους δικούς μας ανθρώπους.
Όταν θεωρείς ότι κάτι πρόκειται να γίνει, αρχίζεις να κάνεις σχέδια γύρω από αυτό. Από τη στιγμή που δεν συνέβη, έπρεπε να αλλάξουμε τα πάντα.
Οι άνθρωποι που βρίσκονται δίπλα μου, η γυναίκα μου, πλέον ο γιος μου, οι γονείς μου και οι πιο κοντινοί μου φίλοι, γνωρίζουν ότι αυτή είναι η ζωή μου. Πρέπει να είναι προετοιμασμένοι να προσαρμόζονται από τη μία στιγμή στην άλλη. Αυτό συνέβη και τότε».
Έχεις ξαναμιλήσει με τον Ρουί Μπόρζες μετά την υπόθεση της Σπόρτινγκ;
«Έχω μιλήσει μαζί του, όπως έχω μιλήσει και με αρκετούς προπονητές που είχα στην καριέρα μου και με τους οποίους έχω διατηρήσει στενή σχέση. Επικοινωνούμε αρκετά συχνά, αλλά πλέον δεν συζητάμε για εκείνο το θέμα».
Υπάρχει στο μυαλό σου το ενδεχόμενο να επιστρέψεις στην Πορτογαλία τα επόμενα χρόνια;
«Δεν σκέφτομαι να επιστρέψω στην Πορτογαλία στο άμεσο μέλλον. Δεν είμαι άνθρωπος που κάνει μακροπρόθεσμα σχέδια.
Υπάρχει, όμως, κάτι για το οποίο είμαι σίγουρος: θέλω οπωσδήποτε να επιστρέψω και να αγωνιστώ στη Βιτόρια Γκιμαράες. Το θέλω πολύ και ελπίζω κάποια στιγμή να γίνει πραγματικότητα.
Δεν έχω στο μυαλό μου συγκεκριμένη χρονιά. Προτιμώ να ζω και να απολαμβάνω το παρόν. Όταν παρουσιαστεί αυτή η δυνατότητα, θα είναι και η κατάλληλη στιγμή».
Έχεις συναντήσει ξανά στον Ολυμπιακό τον Αντόνιο Μιγκέλ Καρντόσο;
«Ναι, έχουμε συναντηθεί και έχουμε πολύ καλή σχέση. Ήταν ο πρόεδρος που με έφερε στη Βιτόρια και τώρα βρεθήκαμε ξανά στον Ολυμπιακό. Ευτυχώς, όλα πηγαίνουν καλά».
Πώς είναι η σχέση σου με τους συμπαίκτες σου και ειδικά με τους Πορτογάλους του Ολυμπιακού;
«Από την πρώτη στιγμή συνάντησα μια εξαιρετική ομάδα ανθρώπων, που με υποδέχθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Το γεγονός ότι υπάρχουν Πορτογάλοι αλλά και άνθρωποι που μιλούν τη γλώσσα μας έκανε ακόμη πιο εύκολη την προσαρμογή.
Ο Τσικίνιο δεν είναι μόνο ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, αλλά και ένας σπουδαίος άνθρωπος. Με βοήθησε πάρα πολύ όταν έφτασα στην ομάδα.
Ο Ροντινέι έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο στο να ενταχθώ στην ομάδα, όπως και οι Ζέλσον Μαρτίνς, Νταβίντ Κάρμο, Αντρέ Λουίς και Κλέιτον. Βέβαια, η βοήθεια ήρθε από όλους.
Οι Έλληνες είναι φανταστικοί. Έχω ήδη πει στους φροντιστές ότι αισθάνομαι σαν να είμαι στον σύλλογο εδώ και χρόνια. Είμαι πολύ καλά και πολύ χαρούμενος».
Ποια είναι η άποψή σου για τον Γκουστάβο Σα;
«Είναι ένα παιδί με τεράστια ποιότητα, κάτι που είχε ήδη δείξει στην Πορτογαλία. Είναι διεθνής με την Κ21 και μάλιστα αρχηγός, κάτι που από μόνο του δείχνει πολλά για τις ικανότητές του.
Έχει όλα τα στοιχεία για να έχει ένα πολύ λαμπρό μέλλον, τόσο ως ποδοσφαιριστής όσο και ως άνθρωπος. Το μόνο που χρειάζεται είναι να συνεχίσει να δουλεύει στο μέγιστο».
Έχεις αγωνιστεί σε Πορτογαλία, Αγγλία, Τουρκία και Ελλάδα. Ποια γήπεδα ξεχωρίζεις για την ατμόσφαιρά τους;
«Είμαι τυχερός γιατί στην καριέρα μου αγωνίστηκα σε συλλόγους με απίστευτη ατμόσφαιρα. Γενικά, στην Τουρκία υπάρχουν αρκετά γήπεδα στα οποία η ατμόσφαιρα είναι ιδιαίτερα έντονη.
Αυτό που ζω, όμως, στο γήπεδο του Ολυμπιακού είναι εξωπραγματικό, απίστευτο. Είναι σαν, όταν οι δυνάμεις σου τελειώνουν, οι οπαδοί να σε σπρώχνουν και να σε βοηθούν να συνεχίσεις.
Το «Ντομ Αφόνσο Ενρίκες» είναι το σπίτι μου. Εκεί έζησα για πρώτη φορά μια πραγματικά σπουδαία ατμόσφαιρα και παραμένει πάντα ξεχωριστό για μένα. Όλοι γνωρίζουν το πάθος που έχουν οι φίλαθλοι.
Στην Τουρκία, το γήπεδο της Μπεσίκτας είναι φοβερό. Το ίδιο ισχύει και για τη Γαλατασαράι και τη Φενέρμπαχτσε. Έχουν εξαιρετικές και πολύ έντονες ατμόσφαιρες για έναν ποδοσφαιριστή. Όλοι θέλουν να αγωνίζονται σε τέτοια γήπεδα.
Στην Αγγλία τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Οι φίλαθλοι δεν τραγουδούν τόσο πολύ, όμως τα γήπεδα είναι γεμάτα ανεξάρτητα από την ημέρα ή την ώρα του αγώνα. Στηρίζουν την ομάδα μέχρι το τελευταίο λεπτό και αυτό κάνει το ποδόσφαιρο εκεί πολύ όμορφο και ξεχωριστό».
Σε ποια από αυτές τις χώρες έχεις ζήσει τις πιο διασκεδαστικές ιστορίες στα αποδυτήρια;
«Τα καλύτερα σύνολα ανθρώπων που έχω συναντήσει στα αποδυτήρια ήταν στη Βιτόρια Γκιμαράες και τώρα στον Ολυμπιακό. Στη Βιτόρια είχαμε δημιουργήσει μια τόσο ξεχωριστή ομάδα, κάτι που το αναγνωρίζουν όλοι.
Όταν έχεις έμπειρους ποδοσφαιριστές, όπως ο Νέλσον Ολιβέιρα, ο οποίος ήρθε με ένα απίστευτο βιογραφικό και είπε ότι δεν είχε βρεθεί ποτέ ξανά σε ομάδα σαν τη δική μας, καταλαβαίνεις πόσο ιδιαίτερο ήταν αυτό το σύνολο.
Σε αυτούς τους δύο συλλόγους αισθάνθηκα και αισθάνομαι καλύτερα. Εκεί έχω ζήσει και τις καλύτερες ιστορίες, τόσο μέσα όσο και έξω από το γήπεδο. Αυτές, όμως, είναι ιστορίες που πρέπει να μείνουν μεταξύ μας».
Πηγή: www.onsports.gr
