26 Απριλίου, 2026
Οικονομία

Άρθρο του Κινέζου πρέσβη Fang Qiu στο protothema: Ανυπόστατες ρητορικές δεν μπορούν να αλλοιώσουν τη συνεργασία Κίνας-ΕΕ

«Η ανυπόστατη ρητορική δεν μπορεί να αλλοιώσει τον θεμελιώδη χαρακτήρα της αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας Κίνας–ΕΕ στον τομέα του εμπορίου και της οικονομίας» τονίζει ο Κινέζος πρέσβης στην Ελλάδα Fang Qiu , με άρθρο του στο protothema.gr. 

Ο πρέσβης της Κίνας εκφράζει τη λύπη του για τα περιοριστικά μέτρα έναντι της Κίνας που υιοθέτησε η ΕΕ και για το γεγονός ότι «ορισμένοι Ευρωπαίοι πολιτικοί κατηγορούν δημόσια την Κίνα για «υπερπαραγωγική ικανότητα» (overcapacity) και «εκτροπή εμπορίου», ενώ ορισμένα ευρωπαϊκά think tank προωθούν και ισχυρισμούς περί «εμπορικού πολέμου»».

Όπως τονίζει «τέτοιες απόψεις και πρακτικές δεν συνάδουν με τη ζωηρή επιθυμία για ενίσχυση της συνεργασίας Κίνας–ΕΕ, και έρχονται σε αντίθεση με την ουσία της αμοιβαία επωφελούς οικονομικής και εμπορικής σχέσης τους». Παραθέτει στοιχεία με τα οποία απαντά στις αιτιάσεις και προειδοποιεί ει ότι «εάν η Ευρώπη, βασιζόμενη στους παραπάνω εσφαλμένους ισχυρισμούς, προβεί σε υπέρμετρη «ασφαλειοποίηση» των φυσιολογικών οικονομικών και εμπορικών σχέσεων και αυστηροποιήσει τα περιοριστικά μέτρα εις βάρος της Κίνας, το αυξημένο κόστος θα μετακυλιστεί εντέλει στους ίδιους τους Ευρωπαίους καταναλωτές».

Τέλος, ο πρέσβης της Κίνας, επικαλείται την ρήση του Ξενοφώντα να «συνεργαστούμε για το κοινό καλό» (συνεργεῖν τὰ συμφέροντα) σημειώνοντας πως «αποκτά ακόμη μεγαλύτερη επικαιρότητα στο σημερινό διεθνές περιβάλλον» για να καταλήξει: «Ως δύο σημαντικές δυνάμεις και μεγάλες οικονομίες του κόσμου, η Κίνα και η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντιμέτωπες με μια ασταθή και μεταβαλλόμενη διεθνή συγκυρία, οφείλουν να ενισχύσουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη, να εμβαθύνουν τη συνεργασία και να αναλάβουν τις ευθύνες τους ως πυλώνες διεθνούς σταθερότητας».

Διαβάστε όλο το άρθρο του πρέσβη της Κίνας Fang Qiu για το protothema:  

«Οι σχέσεις Κίνας και Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι από τις πλέον επιδραστικές διμερείς σχέσεις στον σύγχρονο κόσμο. Η υγιής και σταθερή ανάπτυξή τους δεν ωφελεί μόνο τις δύο πλευρές, αλλά συμβάλλει ουσιαστικά και στην παγκόσμια ανάπτυξη και ευημερία. Από το περασμένο έτος, οι επαφές υψηλού επιπέδου μεταξύ Κίνας και Ευρώπης γίνονται ολοένα και πιο συχνές, με ηγέτες πολλών ευρωπαϊκών χωρών να επισκέπτονται διαδοχικά την Κίνα, επιτυγχάνοντας νέες συμφωνίες συνεργασίας και εκπέμποντας θετικά μηνύματα προς τη διεθνή κοινότητα.

Ως «σταθεροποιητικός πυλώνας» και «κινητήριος δύναμη» των διμερών σχέσεων, η οικονομική και εμπορική συνεργασία Κίνας–ΕΕ διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην προώθηση της συνολικής τους ανάπτυξης. Μετά από πάνω από μισό αιώνα από τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων, το διμερές εμπόριο αυξήθηκε από 2,4 σε πάνω από 800 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή περισσότερο από 300 φορές, ενώ η αξία των αμοιβαίων επενδύσεων αυξήθηκε από σχεδόν μηδενικό επίπεδο σε πάνω από 280 δισεκατομμύρια δολάρια. Το 2025 το εμπόριο Κίνας–ΕΕ συνέχισε την ανοδική του πορεία, με ετήσια αύξηση περίπου 6%, γεγονός που καταδεικνύει την ισχυρή ανθεκτικότητα της οικονομικής και εμπορικής συνεργασίας των δύο πλευρών.

Το 2026 σηματοδοτεί την έναρξη του 15ου πενταετούς σχεδίου της Κίνας, καθώς και την απαρχή της επόμενης πεντηκονταετίας στις σχέσεις Κίνας–ΕΕ. Τα τελευταία πέντε χρόνια η κινεζική οικονομία σημείωσε μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 5,4%, συνεισφέροντας περίπου το 30% της παγκόσμιας ανάπτυξης. Τόσο η «ποσότητα» όσο και η «ποιότητα» της κινεζικής οικονομίας έχουν βελτιωθεί, με την ανάπτυξη νέων παραγωγικών δυνάμεων και την επιτάχυνση της βιομηχανικής αναβάθμισης. Η ανάπτυξη της Κίνας δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες για τον κόσμο.

Στην Ελλάδα οι κινεζικές επενδύσεις σε αιολικά πάρκα στη Θράκη παρέχουν ηλεκτρική ενέργεια σε χιλιάδες νοικοκυριά, ενώ ολοένα και περισσότερα ηλεκτρικά οχήματα κυκλοφορούν στους ελληνικούς δρόμους. Ταυτόχρονα ελληνικές επιχειρήσεις εξάγουν υψηλής ποιότητας φρούτα και γαλακτοκομικά προϊόντα στην κινεζική αγορά, αποκομίζοντας σημαντικά έσοδα. Στο μέλλον η δυναμική της τεράστιας αγοράς της Κίνας, με πληθυσμό 1,4 δισεκατομμυρίων, θα συνεχίσει να απελευθερώνεται, ενώ η πρόσβαση στην αγορά και το επίπεδο ανοίγματος θα διευρύνονται περαιτέρω, δημιουργώντας ευρύτατες προοπτικές για τη συνεργασία Κίνας–ΕΕ.

Εντούτοις προκαλεί λύπη το γεγονός ότι, πρόσφατα, θεσμικά όργανα της ΕΕ υιοθέτησαν περιοριστικά μέτρα, προωθώντας πολιτικές «περιορισμού του κινδύνου» έναντι της Κίνας και «εξισορρόπησης» των οικονομικών σχέσεων. Ορισμένοι Ευρωπαίοι πολιτικοί κατηγορούν δημόσια την Κίνα για «υπερπαραγωγική ικανότητα» (overcapacity) και «εκτροπή εμπορίου», ενώ ορισμένα ευρωπαϊκά think tank προωθούν και ισχυρισμούς περί «εμπορικού πολέμου». Τέτοιες απόψεις και πρακτικές δεν συνάδουν με τη ζωηρή επιθυμία για ενίσχυση της συνεργασίας Κίνας–ΕΕ, και έρχονται σε αντίθεση με την ουσία της αμοιβαία επωφελούς οικονομικής και εμπορικής σχέσης τους.

Πρώτον, η λεγόμενη «ανισορροπία» στο εμπόριο Κίνας–ΕΕ είναι απότοκος της παγκόσμιας κατανομής της παραγωγής και των επιλογών της αγοράς. Τα τελευταία χρόνια η Κίνα διεύρυνε σταθερά το θεσμικό της άνοιγμα προς τα έξω, δημιουργώντας ένα επιχειρηματικό περιβάλλον υψηλού επιπέδου, προσανατολισμένο στην αγορά, το κράτος δικαίου και τη διεθνοποίηση. Πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις έχουν εγκαθιδρύσει τοπική παραγωγή στην Κίνα, ενσωματώνονται βαθιά στην κινεζική αγορά και επανεξάγουν περίπου το 40% της παραγωγής τους στην Ευρώπη. Κατά συνέπεια οι ευρωπαϊκές πολυεθνικές αποτελούν τους βασικούς ωφελούμενους του κινεζικού εμπορικού πλεονάσματος. Στον τομέα των υπηρεσιών, η ΕΕ διατηρεί σαφές πλεονέκτημα, με πλεόνασμα άνω των 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2024, ενώ μόνο από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας εισπράττει ετησίως πάνω από 10 δισεκατομμύρια δολάρια — αυτά τα μεγέθη δεν αποτυπώνονται στο εμπόριο αγαθών. Επιπλέον σχεδόν το 50% του εμπορίου Κίνας–ΕΕ αφορά ενδιάμεσα προϊόντα, ενώ ο βιομηχανικός εξοπλισμός από την Κίνα είναι κατά μέσο όρο 30% φθηνότερος από τον ευρωπαϊκό, μειώνοντας σημαντικά το κόστος παραγωγής για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Είναι προφανές ότι, ενώ το εμπορικό ισοζύγιο φαίνεται πλεονασματικό υπέρ της Κίνας, η Ευρώπη αποκομίζει οφέλη σε μεγάλο βαθμό.

Από την ευρωπαϊκή πλευρά, μετά την κρίση στην Ουκρανία, οι τιμές ενέργειας αυξήθηκαν σημαντικά, οδηγώντας σε άνοδο του κόστους παραγωγής και απώλεια συγκριτικών πλεονεκτημάτων, με αποτέλεσμα τη μείωση του μεριδίου των ευρωπαϊκών βιομηχανιών στις παγκόσμιες αγορές. Η συγκριτικά κατακερματισμένη αγορά της ΕΕ, η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των βιομηχανικών προτύπων και οι υπερβολικές ρυθμιστικές παρεμβάσεις επηρέασαν αρνητικά την ανταπόκριση των επιχειρήσεων, οδηγώντας σε απώλεια ευκαιριών μετασχηματισμού και αναβάθμισης. Επιπλέον οι αυστηροί περιορισμοί στις εξαγωγές προϊόντων υψηλής τεχνολογίας προς την Κίνα περιορίζουν σοβαρά τις εξαγωγικές δυνατότητες της Ευρώπης. Συνεπώς η λεγόμενη «ανισορροπία» δεν οφείλεται στον «κινεζικό ανταγωνισμό». Αντιθέτως η Κίνα καταβάλλει προσπάθειες για την αύξηση των εισαγωγών, μεταξύ άλλων μέσω της Διεθνούς Έκθεσης Εισαγωγών της Κίνας, που διοργανώνεται από το 2018, με ενεργό συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων και με την Ελλάδα ως τιμώμενη χώρα το 2019.

Δεύτερον, το αφήγημα περί «υπερπαραγωγικής ικανότητας» και «εκτροπής εμπορίου» της Κίνας στερείται λογικής βάσης. Η παραγωγή και εξαγωγή προϊόντων με συγκριτικό πλεονέκτημα αποτελεί αποτελεσματικό τρόπο ενίσχυσης της παγκόσμιας ευημερίας. Η κινεζική παραγωγική ικανότητα ανταποκρίνεται στους οικονομικούς νόμους και στη διεθνή ζήτηση, ενώ το διεθνές εμπόριο καθορίζεται από την αγορά και όχι από εξαναγκασμό. Το ποσοστό αξιοποίησης της παραγωγικής ικανότητας αποτελεί βασικό δείκτη· για παράδειγμα, το 2024 το ποσοστό αξιοποίησης της βιομηχανικής παραγωγικής ικανότητας στην Κίνα ήταν 75%, και στον τομέα των ηλεκτρικών οχημάτων περίπου 76%, επίπεδα αντίστοιχα με τα ευρωπαϊκά. Το 2025 η παραγωγή και οι πωλήσεις αυτοκινήτων ξεπέρασαν τα 34 εκατομμύρια μονάδες, χωρίς σημαντικά αποθέματα.

Παράλληλα οι εξαγωγές αντιστοιχούν στο 25% του ΑΕΠ της ΕΕ, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το 18,9% της Κίνας. Η Γερμανία εξάγει περίπου το 80% των αυτοκινήτων της, ενώ οι εξαγωγές κινεζικών ηλεκτρικών οχημάτων αντιπροσωπεύουν μόλις το 10% της παραγωγής και περίπου το 5% της ευρωπαϊκής αγοράς. Συνεπώς ο χαρακτηρισμός της Κίνας ως χώρας «υπερπαραγωγής» δεν ευσταθεί.

Όσον αφορά την υποτιθέμενη «εκτροπή εμπορίου» από τις Ηνωμένες Πολιτείες προς την Ευρώπη, μελέτες διεθνών οργανισμών όπως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ινστιτούτου Bruegel δείχνουν ότι οι αμερικανικοί δασμοί είχαν ήδη περιορίσει σημαντικά τις κινεζικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ, οι οποίες αντιστοιχούν μόλις στο 13,5% του συνόλου. Το 2025 οι κινεζικές εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες μειώθηκαν κατά 104 δισεκατομμύρια δολάρια. Την ίδια περίοδο οι εξαγωγές της Κίνας προς την ASEAN, την Ινδία, την Αφρική, καθώς και προς ανεπτυγμένες οικονομίες εκτός Ευρώπης και ΗΠΑ, αυξήθηκαν αντίστοιχα κατά 94 δισεκατομμύρια, 46 δισεκατομμύρια και 40 δισεκατομμύρια δολάρια, υπερβαίνοντας κατά πολύ την αύξηση των 32 δισ. δολαρίων προς την Ευρωζώνη.

Παράλληλα δεν παρατηρείται ουσιαστική μετατόπιση των κύριων κινεζικών εξαγωγικών προϊόντων προς την ευρωπαϊκή αγορά. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός περί «εκτροπής εμπορίου» είναι μάλλον αβάσιμος.

Σήμερα, οι Ευρωπαίοι καταναλωτές επωφελούνται από τα κινεζικά προϊόντα υψηλής ποιότητας που διατίθενται σε ανταγωνιστικές τιμές. Εάν η Ευρώπη, βασιζόμενη στους παραπάνω εσφαλμένους ισχυρισμούς, προβεί σε υπέρμετρη «ασφαλειοποίηση» των φυσιολογικών οικονομικών και εμπορικών σχέσεων και αυστηροποιήσει τα περιοριστικά μέτρα εις βάρος της Κίνας, το αυξημένο κόστος θα μετακυλιστεί εντέλει στους ίδιους τους Ευρωπαίους καταναλωτές.

Έπειτα από πολυετή ανάπτυξη, η Κίνα και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν καταστεί ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος η μία της άλλης. Η βάση της συνεργασίας μας είναι στέρεη, οι αλυσίδες παραγωγής και εφοδιασμού είναι βαθιά διασυνδεδεμένες, ενώ έχουν δημιουργηθεί εκατομμύρια θέσεις εργασίας και οι λαοί των δύο πλευρών απολαμβάνουν από κοινού τα οφέλη της ανάπτυξης. Τα δεδομένα της συνεργασίας Κίνας–ΕΕ καταδεικνύουν ότι η αλληλεξάρτηση δεν συνιστά κίνδυνο, η σύγκλιση συμφερόντων δεν αποτελεί απειλή, η ανοικτή συνεργασία δεν υπονομεύει την οικονομική ασφάλεια, ενώ η ανέγερση φραγμών και εμποδίων οδηγεί αναπόφευκτα στην απομόνωση.

Όπως μας συμβουλεύει και ο αρχαίος σοφός Ξενοφών, πρέπει να «συνεργαστούμε για το κοινό καλό» (συνεργεῖν τὰ συμφέροντα).Η διαχρονική αυτή φιλοσοφική ρήση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη επικαιρότητα στο σημερινό διεθνές περιβάλλον. Ως δύο σημαντικές δυνάμεις και μεγάλες οικονομίες του κόσμου, η Κίνα και η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντιμέτωπες με μια ασταθή και μεταβαλλόμενη διεθνή συγκυρία, οφείλουν να ενισχύσουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη, να εμβαθύνουν τη συνεργασία και να αναλάβουν τις ευθύνες τους ως πυλώνες διεθνούς σταθερότητας.

Είμαι πεπεισμένος ότι, εφόσον οι δύο πλευρές προασπίσουν από κοινού την πολυμέρεια και το ελεύθερο εμπόριο μέσω της ανοικτής συνεργασίας, επιτυγχάνοντας σε υψηλότερο επίπεδο συμπληρωματικότητα πλεονεκτημάτων και αμοιβαίο όφελος, θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τους «ενάντιους ανέμους» της παγκόσμιας οικονομίας, ενισχύοντας τη δυναμική της παγκόσμιας οικονομικής ανάκαμψης και προσφέροντας περισσότερη ευημερία στους λαούς τους.

Πηγή: www.protothema.gr

Σχετικές αναρτήσεις

Πεπτίδια: Φρενίτιδα για το «μαγικό» συστατικό

admin

Ο θρυλικός αρχιτέκτονας που δημιουργεί ένα αθλητικό παλάτι στα Τίρανα

admin

Fuel Pass: Μάχη με τον χρόνο και τις τραπεζικές αργίες για επιδότηση πριν το Πάσχα

admin

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. Αποδέχομαι Διαβάστε περισσότερα

Privacy & Cookies Policy