8 Ιουνίου, 2026
Οικονομία

Νέο πεδίο σύγκρουσης οι τόκοι στα δάνεια του Νόμου Κατσέλη: Τα 7 κρίσιμα σημεία της απόφασης

Αίτηση ερμηνείας της απόφασης του Αρείου Πάγου (6/2026) για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων των δανείων του Νόμου Κατσέλη είναι πολύ πιθανό να καταθέσουν τράπεζες και servicers στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, μολονότι νομικοί κύκλοι θεωρούν ότι η απόφαση είναι αρκούντως σαφής.

Όπως φαίνεται, η απόφαση αυτή άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα, τα οποία δεν θα είναι χωρίς συνέπειες για τα χαρτοφυλάκια των τραπεζών και κυρίως των servicers, αλλά και για τις τιτλοποιήσεις του «Ηρακλή».

Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, πάντως, δεν φαίνεται να αναγνωρίζουν στην απόφαση αυτή το δικαίωμα των δανειοληπτών για υπολογισμό των τόκων με βάση τη δόση και όχι το συνολικό κεφάλαιο. Με τη λογική αυτή δεν προτίθενται να επιστρέψουν και τις επιπλέον πληρωμές των δανειοληπτών ως αχρεωστήτως καταβληθείσες. Εκτιμούν ότι η διατύπωση δημιουργεί ζητήματα και σκοπεύουν να τα επιλύσουν με αίτηση ερμηνείας στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση.

Η απόφαση, πάντως, αναφέρει ότι «ο υπολογισμός του επιτοκίου πρέπει να γίνει επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του κεφαλαίου της οφειλής».

Επιπλέον, διευκρινίζει ακόμη περισσότερο τα δεδομένα, αναφέροντας:

«Όταν το δικαστήριο επεμβαίνει δικαιοπλαστικά και καθορίζει τον αριθμό των δόσεων και τον χρόνο καταβολής τους, διασπά το κεφάλαιο σε περισσότερα επιμέρους κεφάλαια, στα οποία θα πρέπει να υπολογιστεί ο τόκος με βάση την αρχή του παρεπόμενου (παρεπόμενη απαίτηση). Δηλαδή, δεν μπορεί ο τόκος να υπολογίζεται επί της συνολικής οφειλής, όταν αυτή πλέον έχει επιμεριστεί σε περιοδικά καταβαλλόμενες οφειλές».

Ο νόμος ερμηνεύεται με αυτόν τον τρόπο, γιατί προέχει η αξιοπρέπεια του ευάλωτου οφειλέτη που εντάχθηκε στον Νόμο Κατσέλη. Επομένως, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον ενδέχεται και άλλοι ευάλωτοι οφειλέτες να διεκδικήσουν τα ευεργετήματα της απόφασης.

Τέλος, ο νόμος δεν αναφέρεται στην αναδρομικότητα. Αν δεχθούμε, ωστόσο, ότι ο οφειλέτης κατέβαλε κακώς τοκοχρεωλυτικές δόσεις, τότε ο χρηματοοικονομικός φορέας θα πρέπει να του επιστρέψει τη διαφορά ή να τη συμψηφίσει με επόμενες δόσεις. Εάν αυτό δεν συμβεί, τότε είναι σαφές πως οι οφειλέτες θα στραφούν με αγωγές εναντίον των τραπεζών και, εφόσον έχουν καταβάλει υπέρτερα ποσά, το πιθανότερο είναι να δικαιωθούν.

Η διάκριση μεταξύ κυμαινόμενου και σταθερού επιτοκίου

Οι τράπεζες, ωστόσο, εκτιμούν ότι ο νόμος δεν είναι σαφής, καθώς αφήνει ανοιχτό το ζήτημα του πότε γεννάται η απαίτηση για κάθε δόση. Δηλαδή, ο νομοθέτης χωρίζει το ποσό του δανείου σε 50, για παράδειγμα, δόσεις και επιβάλλει επιτόκιο στις δόσεις αυτές, χωρίς να ορίζει πότε γεννάται η απαίτηση για καθεμία από αυτές.

Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης θεωρούν ότι το ζήτημα είναι ιδιαίτερα ουσιαστικό, διότι, εάν η απαίτηση για τη δόση υπ’ αριθμόν 4 γεννάται τη στιγμή που γεννάται και η δόση υπ’ αριθμόν 1, τότε αυτομάτως καταλήγουμε σε τοκοχρεωλυτικές δόσεις.

Μάλιστα, όπως επισημαίνουν —και πράγματι προκύπτει από το κείμενο της απόφασης— γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ κυμαινόμενου και σταθερού επιτοκίου.

Η άποψη των τραπεζών εστιάζει στη συγκεκριμένη διατύπωση της απόφασης:

«Θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων στις οποίες η δικαστική απόφαση που δέχεται την αίτηση εξαίρεσης από την εκποίηση καθορίζει επιτόκιο κυμαινόμενο ή σταθερό, σύμφωνα με τις διαζευκτικές δυνατότητες που προβλέπει η ίδια διάταξη.

Στην πρώτη περίπτωση, εάν στη δικαστική απόφαση ορίζεται το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε, ο υπολογισμός του θα πρέπει να λάβει χώρα διακριτά για κάθε μήνα καταβολής της κάθε δόσης, σύμφωνα με το μαθηματικό ποσοστό που προκύπτει από τα περιοδικά στατιστικά δελτία της Τράπεζας της Ελλάδος, τα οποία ορίζουν την έναρξη της χρονικής περιόδου κατά την οποία το κυμαινόμενο επιτόκιο μεταβάλλεται.

Στην περίπτωση που καθορίζεται με τη δικαστική απόφαση σταθερό επιτόκιο (δηλαδή επιτόκιο που δεν υπερβαίνει εκείνο της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος), τότε ο υπολογισμός του θα γίνει εξαρχής επί της καθορισθείσας μηνιαίας δόσης για όλο το χρονικό διάστημα από την έναρξη της ρύθμισης έως τη λήξη της».

Αυτό, κατά τις τράπεζες, ερμηνεύεται ως απαίτηση που γεννάται ήδη από την πρώτη δόση και, κατά συνέπεια, το ίδιο συμβαίνει και με τον τόκο.

Η διαδικασία της ερμηνείας

Στο πλαίσιο αυτό, οι τράπεζες αναμένεται να ζητήσουν διευκρινίσεις, στηριζόμενες στο άρθρο 316 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Όταν το διατακτικό ή το σκεπτικό μιας δικαστικής απόφασης είναι διατυπωμένο με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή εμφανίζει ασάφειες, ο διάδικος μπορεί να ζητήσει την ερμηνεία της από το ίδιο δικαστήριο.

Η αίτηση κατατίθεται και εκδικάζεται από το ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αρχική απόφαση —στην προκειμένη περίπτωση, από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου— με σκοπό να αποσαφηνιστεί η αληθινή έννοια και η βούληση των δικαστών. Ωστόσο, δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου της απόφασης ούτε η επανεκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Ο χρόνος που απαιτείται για μια τέτοια ερμηνεία είναι άγνωστος μιας και δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός ούτε για την κατάθεση του αιτήματος ούτε και για την διευκρίνιση- ερμηνεία.

Η ερμηνευτική απόφαση που εκδίδεται ενσωματώνεται στην αρχική απόφαση και παράγει αποτελέσματα αναδρομικά από τον χρόνο δημοσίευσής της, δηλαδή από τις 4 Ιουνίου. Δεν πρόκειται, ασφαλώς, για καινούργια δίκη. Ούτε το θέμα δικάζεται εκ νέου επί της ουσίας. Απαιτείται απλώς μια διευκρίνιση, η οποία θα καταστήσει την απόφαση σαφέστερη.

Στο μεταξύ, τα δικαστήρια της χώρας μπορούν να συνεχίσουν να δικάζουν, ερμηνεύοντας την απόφαση του Αρείου Πάγου. Κάποιες δίκες, ωστόσο, ενδέχεται να αναβληθούν εν αναμονή της ερμηνείας εφόσον κατατεθεί αίτημα.

Δηλαδή, το εκάστοτε δικαστήριο μπορεί είτε να ερμηνεύσει το ίδιο την ασάφεια της απόφασης του Αρείου Πάγου, με βάση τους κανόνες της λογικής και του δικαίου, και να εκδώσει οριστική απόφαση για την υπόθεση που εξετάζει, είτε να αναστείλει τη δίκη, εάν κρίνει ότι η ασάφεια είναι τόσο θεμελιώδης ώστε η έκβαση της υπόθεσης να εξαρτάται απολύτως από την αυθεντική ερμηνεία που θα δώσει ο Άρειος Πάγος.

Διαβάστε περισσότερα στο newmoney.gr.

Πηγή: www.protothema.gr

Σχετικές αναρτήσεις

Ποιοι διεκδικούν την «Ασπίδα του Αχιλλέα»: Η μάχη των αμυντικών κολοσσών για το project των 3 δισ. ευρώ

admin

Εφορία: Νέα «φέσια» 2,1 δισ. σε δύο μήνες, στα 114,5 δισ. το συνολικό χρέος των πολιτών

admin

Ρεκόρ φορτωμένων δεξαμενόπλοιων είναι εγκλωβισμένα στον Περσικό Κόλπο

admin

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. Αποδέχομαι Διαβάστε περισσότερα

Privacy & Cookies Policy