Την περίοδο εκείνη παρακολουθούσε μικρές και μεσαίες εταιρείες βιοτεχνολογίας που δραστηριοποιούνταν στον τομέα των μεταβολικών ασθενειών. Κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης με στελέχη φαρμακευτικών εταιρειών, ενημερώθηκε ότι η εταιρεία τους εξέταζε το ενδεχόμενο να αδειοδοτήσει τη χρήση νέων φαρμάκων για τον διαβήτη, τα οποία βρίσκονταν ακόμη σε στάδιο ανάπτυξης. Η συζήτηση αυτή τον οδήγησε στην απόφαση να εγκαταλείψει την καριέρα του στη Wall Street και να προχωρήσει στη σύναψη μιας νέας επιχειρηματικής συμφωνίας.
Ο Λάιαν, σήμερα 60 ετών, δεν είχε προηγούμενη εμπειρία στην ίδρυση επιχειρήσεων. Παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να πείσει την εταιρεία Ligand Pharmaceuticals όχι μόνο να του παραχωρήσει άδεια για πέντε φάρμακα, αλλά και να επενδύσει 2,5 εκατομμύρια δολάρια στη νεοσύστατη εταιρεία του, δίνοντάς του την απαραίτητη ώθηση για να ξεκινήσει τις δραστηριότητές της.
Σήμερα, η εταιρεία του, Viking Therapeutics με έδρα το Σαν Ντιέγκο έχει μετατραπεί σε μια εισηγμένη στο χρηματιστήριο εταιρεία ανάπτυξης φαρμάκων, με κεφαλαιοποίηση που φτάνει τα 4 δισεκατομμύρια δολάρια. Στο επίκεντρο της δραστηριότητάς της βρίσκονται υποψήφια φάρμακα για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, ενώ παράλληλα συνεχίζει την έρευνα σε άλλες μεταβολικές διαταραχές, όπως η λιπώδης ηπατοπάθεια. Το κύριο φάρμακο που αναπτύσσει η εταιρεία είναι ένα καινοτόμο φάρμακο που βοηθά στη ρύθμιση του βάρους και του μεταβολισμού, ανήκοντας στην κατηγορία των GLP-1. Το φάρμακο αυτό δοκιμάζεται κλινικά: η ενέσιμη μορφή του βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο δοκιμών για την ασφάλεια και αποτελεσματικότητά της (φάση 3) και η μορφή χαπιού εξετάζεται επίσης σε κλινικές μελέτες (φάση 2), σύμφωνα με το Forbes.
Από την κυκλοφορία του Ozempic από τη Novo Nordisk το 2017 για τον διαβήτη, τα φάρμακα GLP-1 έχουν κερδίσει τεράστια δημοτικότητα στην Αμερική. Με ηγέτες όπως η Novo Nordisk (που παράγει και το Wegovy για την απώλεια βάρους, με πρόσφατη έγκριση και σε χάπι) και η Eli Lilly (με το Zepbound), η αγορά αυτών των φαρμάκων εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2030. Η ζήτηση παραμένει σε υψηλά επίπεδα, γεγονός που δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς το 40% των Αμερικανών (δηλαδή περισσότερα από 100 εκατομμύρια άτομα εντός των ΗΠΑ) είναι παχύσαρκοι, και πληρούν τις προϋποθέσεις για τη θεραπεία. Παράλληλα, οι έρευνες συνεχίζονται για να διερευνηθούν τα πιθανά οφέλη αυτών των φαρμάκων σε άλλες συναφείς παθήσεις, όπως οι καρδιαγγειακές νόσοι.
Δεδομένων των μεγάλων οικονομικών ευκαιριών που παρουσιάζει ο κλάδος, ο ανταγωνισμός είναι έντονος. Το φθινόπωρο του 2025, η Metsera, μια νεοσύστατη εταιρεία που δραστηριοποιείται στην ανάπτυξη φαρμάκων κατά της παχυσαρκίας και διαπραγματεύεται στο χρηματιστήριο, βρέθηκε στο επίκεντρο ενός σφοδρού πλειστηριασμού μεταξύ της Novo Nordisk και της Pfizer. Η Pfizer, που είχε προηγουμένως σταματήσει την ανάπτυξη του δικού της φαρμάκου λόγω ανησυχιών για την ασφάλειά του, τελικά κέρδισε την προσφορά, πληρώνοντας 10 δισεκατομμύρια δολάρια για την Metsera, περισσότερο από το διπλάσιο των 4,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων που είχε προσφέρει μόλις ένα μήνα νωρίτερα.
Η Viking είναι μία από τις νεοφυείς εταιρείες βιοτεχνολογίας που προσπαθούν να κερδίσουν έδαφος απέναντι στους μεγάλους παίκτες στον αγώνα για τα πιο αποτελεσματικά φάρμακα απώλειας βάρους. Η Kailera, μια άλλη εταιρεία που δραστηριοποιείται στον ίδιο τομέα και παρουσιάστηκε από το Forbes πέρυσι, απέκτησε τα δικαιώματα ανάπτυξης ορισμένων πιθανών θεραπειών από κινεζικές εταιρείες και πρόσφατα συγκέντρωσε 600 εκατομμύρια δολάρια για να τις προωθήσει σε κλινικές δοκιμές τελικού σταδίου. Σύμφωνα με έρευνα της PitchBook, σήμερα περίπου 60 εταιρείες αναπτύσσουν 120 φάρμακα για θεραπείες που στοχεύουν την απώλεια βάρους.
Μέχρι σήμερα, η Viking δεν έχει λανσάρει κάποιο φάρμακο στην αγορά ούτε έχει σημειώσει έσοδα. Ωστόσο, τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών της δείχνουν σημαντική πρόοδο στην μείωση του βάρους: έως 14,7% για την ενέσιμη μορφή και έως 8,3% για τη μορφή χαπιού. Η μορφή χαπιού θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς είναι πιο εύκολη στη χρήση για τους ασθενείς και ταυτόχρονα πιο οικονομική στην παραγωγή και τη διανομή. Όπως παρατηρείται σε αρκετές νεοφυείς εταιρείες βιοτεχνολογίας, η Viking παρουσιάζει ζημίες, με αρνητικό αποτέλεσμα 237 εκατομμυρίων δολαρίων για τους τελευταίους 12 μήνες, έως τις 30 Σεπτεμβρίου.
Αυτό καθιστά τη Viking, μαζί με άλλες αντίστοιχες εταιρείες, έναν από τους βασικούς στόχους για τις επόμενες μεγάλες συμφωνίες συγχωνεύσεων και εξαγορών στον φαρμακευτικό κλάδο. «Φυσικά, μια εξαγορά είναι πάντα ελκυστική, ιδιαίτερα για τους επενδυτές, αλλά η πορεία που διαγράφεται για τη Viking δείχνει ότι μπορεί να προχωρήσει και ανεξάρτητα», τόνισε ο αναλυτής της William Blair, Άντι Χσιέ.
Η συμφωνία για την απόκτηση της Metsera ανέδειξε το μέγεθος των δυνατοτήτων για μεγάλες συγχωνεύσεις και εξαγορές στον κλάδο, αλλά έθεσε παράλληλα ερωτήματα σχετικά με το γιατί η Novo Nordisk και η Pfizer επικέντρωσαν το ενδιαφέρον τους σε αυτήν την εταιρεία αντί για τη Viking. Παρά την πίεση από short sellers, μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια, όπως η Citadel και η Two Sigma, έχουν επενδύσει στη Viking, γεγονός που έχει καταστήσει τη μετοχή της ιδιαίτερα ευμετάβλητη. Η τιμή της, που πρόσφατα κυμαινόταν στα 35 δολάρια, μέσα στον τελευταίο χρόνο υποχώρησε κατά 17%, αλλά από τον Αύγουστο σημείωσε άνοδο σχεδόν 50%, μετά τις αντιδράσεις των επενδυτών στα κλινικά αποτελέσματα. Παρά τη σημαντική απώλεια βάρους που σημειώθηκε, το φάρμακο προκάλεσε κάποιες παρενέργειες στο γαστρεντερικό σύστημα. Συγκεκριμένα, το 58% των συμμετεχόντων ανέφερε ναυτία, το 26% έμετο, ενώ το 20% διέκοψε τη θεραπεία λόγω αυτών των συμπτωμάτων.
Αφού αξιολόγησε διάφορες πιθανές θεραπείες, η Viking επικεντρώθηκε σε ένα φάρμακο για την απώλεια βάρους που αναπτύχθηκε από τους δικούς της ερευνητές. Η πρώτη κλινική δοκιμή μεγάλης κλίμακας έχει ήδη ξεκινήσει, ενώ μια δεύτερη αναμένεται να ξεκινήσει το πρώτο τρίμηνο του έτους. Ο Λάιαν εκτιμά ότι η Viking θα μπορούσε να υποβάλει αίτηση για έγκριση του ενέσιμου φαρμάκου στις αρμόδιες αρχές μέχρι τα τέλη του 2027 ή τις αρχές του 2028. Αν όλα εξελιχθούν ομαλά, το φάρμακο θα μπορούσε να φτάσει στην αγορά στα τέλη του 2028 ή στις αρχές του 2029. Η εκδοχή σε μορφή χαπιού, που είναι πιο δύσκολη στην παρασκευή και βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης, αναμένεται να είναι διαθέσιμη περίπου ένα χρόνο αργότερα.
Ένα από τα στρατηγικά πλεονεκτήματα της Viking είναι η ταυτόχρονη ανάπτυξη του φαρμάκου σε ενέσιμη μορφή και σε μορφή χαπιού, επιτρέποντας στους χρήστες που ξεκινούν τη θεραπεία με ενέσεις να έχουν τη δυνατότητα, μελλοντικά, να μεταβούν στα χάπια για να διατηρήσουν τα αποτελέσματα της απώλειας βάρους τους. Η μετάβαση από τις ενέσεις στα χάπια είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η διακοπή της θεραπείας συχνά οδηγεί σε γρήγορη αύξηση του λίπους αντί της μυϊκής μάζας, κάτι που αποτελεί πρόκληση για όσους σταματούν τις ενέσεις με την πάροδο του χρόνου.
Πηγή: www.protothema.gr
