9 Ιουνίου, 2026
Πολιτική

Τασούλας: ««Ο Παρθενώνας δεν είναι ένα σύνολο από κομμάτια που μπορούν να αφαιρεθούν»

«Ο Παρθενώνας δεν είναι ένα σύνολο από κομμάτια που μπορούν να αφαιρεθούν και να διασκορπιστούν, αλλά ένα ενιαίο έργο τέχνης, ένα σώμα που πρέπει να αποκατασταθεί» τόνισε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας κατά τον χαιρετισμό του στην πρώτη προβολή του δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ της Μιμής Ντενίση με τίτλο «Η γυναίκα πίσω από τον Έλγιν», στο Μουσείο της Ακρόπολης, το οποίο φωτίζει άγνωστες πτυχές της κλοπής των Γλυπτών του Παρθενώνα μέσα από τις επιστολές της Μαίρης Νίσμπετ, συζύγου του λόρδου Έλγιν.

Ο Πρόεδρος υπογράμμισε ότι «αυτή ακριβώς είναι και η βάση του διαρκούς αιτήματος της ελληνικής πολιτείας για επανένωση των γλυπτών του Παρθενώνα, για την επιστροφή των κλεμμένων αρχαιοτήτων που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο» και πρόσθεσε, ότι είναι ένας διαχρονικός εθνικός αγώνας, στον οποίο συμβάλλει και το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ, για το οποίο συνεχάρη την Μιμή Ντενίση για την ιδέα και το σενάριο, την Κατερίνα Ευαγγελάκου για τη σκηνοθεσία και όλους τους συντελεστές για την καλή προσπάθεια.

Ειδικότερα, στον χαιρετισμό του, ο κ. Τασούλας ανέφερε:

«Το ζήτημα των Ελγίνειων μαρμάρων αποτελούσε, ήδη από την εποχή που μεταφέρθηκαν στη Βρετανία, στις αρχές του 19ου αιώνα, έναν κρίσιμο ιδεολογικό κόμβο, στον οποίο διασταυρώθηκαν ποικίλες αντιλήψεις για την αρχαιότητα, αντικρουόμενες απόψεις για τα αρχαία ερείπια, ιδεολογικές ζυμώσεις του βρετανικού φιλελληνισμού. Η ιστορία της Ελγίνειας λεηλασίας είναι, βεβαίως, γνωστή, πάντοτε, όμως, αξίζει να την υπενθυμίζουμε. Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο λόρδος Έλγιν, διορισμένος πρεσβευτής της Βρετανίας στην Υψηλή Πύλη, παρουσίασε ένα δήθεν έγκυρο έγγραφο από τις Οθωμανικές Αρχές και πάντως όχι από τον Σουλτάνο ή το Βεζίρη, που υποτίθεται πως τού επέτρεπε την αφαίρεση μαρμάρων του Παρθενώνα. Η ιδιαίτερη αυτή εύνοια οφειλόταν στο θετικό πολιτικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί υπέρ της Βρετανίας, εξαιτίας της καθοριστικής συνδρομής της στον εν εξελίξει γαλλο-οθωμανικό πόλεμο ο οποίος είχε ξεσπάσει με αφορμή τη γαλλική εκστρατεία υπό τον Ναπολέοντα στην Αίγυπτο και τη Συρία το 1798. Με την επίδειξη του εγγράφου αυτού στον εν Αθήναις βοεβόδα από τον γραμματέα και στενό συνεργάτη του λόρδου Έλγιν Γουίλιαμ Χαντ, άρχισε η συστηματική σύληση της Ακροπόλεως. Όπως σημειώνει ο Ιωάννης Γεννάδιος στην πολύτιμη ιστορική και αρχαιολογική πραγματεία του «Ο λόρδος Έλγιν», «αι διεσπαρμέναι τήδε κακείσαι επιγραφαί συνελέγησαν και απεταμιεύθησαν· εγένετο αρχή ανασκαφών, κατερρίφθησαν τα τειχίσματα μεταξύ των Καρυατίδων, ων η μεγαλοπρεπής καλλονή τότε ανέλαμψε και ο εξαίσιος κόσμος της στεφάνης προέκυψε. Και εμήνυεν ο Χαντ τω πάτρωνι αυτού: ‘Αν ευρίσκετο εν Πειραιεί μέγα αγγλικόν πολεμικόν πλοίον, ηδυνάμεθα ν’ αποκομίσωμεν ολόκληρον το κομψόν εκείνο κτίσμα εντί μιάς μόνον κόρης’. Το σπουδαιότατον πάντων, ήρχισεν η καταβίβασις των γλυπτών του Παρθενώνος, τα οποία τριάκοντα Α:γγλοι ναύται μετέφερον επί κιλλίβαντος εις την αυλήν του προξένου. Και έγραφεν ο Λουζιέρης (σ.σ. o Τζιοβάνι Μπατίστα Λουζιέρι, ιταλός ζωγράφος και αρχιτέκτονας, συνεργάτης του Έλγιν, ο οποίος επέβλεψε την αποκόλληση των μετοπών και τμημάτων της ζωφόρου) ‘ό,τι και αν είπω περί της αξίας αυτών δεν αρκεί· βέβαιος είμαι ότι ουδέν υπάρχει εν τω κόσμω πράγμα τέλειον ως αυτά’».

Τα γλυπτά αυτά, μετά από πολλές περιπέτειες και αβαρίες – με πρώτη το ναυάγιο, ανοιχτά των Κυθήρων του πλοίου Μέντωρ, που μετέφερε την πρώτη φουρνιά των αρχαιοτήτων στο Λονδίνο το 1803 – μετά από θυελλώδεις συζητήσεις στη Βουλή των Κοινοτήτων και αντεγκλήσεις της κοινής γνώμης, θα αγοραστούν το 1816 από το Βρετανικό Μουσείο έναντι 35.000 λιρών. Ο Έλγιν θα αδράξει την ευκαιρία να εξοφλήσει μέρος των υπέρογκων χρεών του, ενώ το βρετανικό έθνος θα αναγορεύσει τα αποκομμένα λείψανα σε σύμβολο αυτοκρατορικής ισχύος. Όμως, όπως τεκμαίρεται από το ντοκιμαντέρ που παρουσιάζεται σήμερα, αρχικός προορισμός των αριστουργημάτων αυτών δεν ήταν το Βρετανικό Μουσείο. Το ανελέητο κυνήγι των αρχαιοτήτων, στο οποίο επιδίδονταν και άλλοι ευρωπαίοι τυχοδιώκτες, αποσκοπούσε στην ιδιοποίησή τους από ευγενείς και ισχυρούς του χρήματος, ως διαπιστευτήριο εισόδου σε μια φιλελληνική αριστοκρατία του πνεύματος. Και μία εξ αυτών των πλουσίων κληρονόμων που απέβλεπε στη διακόσμηση της έπαυλής της με μνημεία της ελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς ήταν η Μαίρη Νίσμπετ, η πρώτη σύζυγος του λόρδου Έλγιν.

Η Νίσμπετ αντιλαμβανόταν τα γλυπτά ως τρόπαια – και δεν ήταν η μόνη. Στο έργο του «Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ» ο Σατωμπριάν περιγράφει τη σαγήνη που του άσκησε το σπίτι-μουσείο του Γάλλου πρόξενου στην Αθήνα, Λουί Φρανσουά Φωβέλ: «Η κατοικία του έμοιαζε περισσότερο με κατοικία καλλιτέχνη ή αρχαιολόγου, παρά πρόξενου. Μάρμαρα πάνω σ’ ένα τραπέζι, αρχαία νομίσματα σ’ ένα άλλο, μικρές προτομές και αγγεία από πηλό», γράφει. Στον «Υπερίωνα» (30ή Επιστολή προς τον Μπελαρμέν) ο Χαίλντερλιν βάζει τον ομώνυμο ήρωά του, καθώς περιηγείται στο Θησείο με τη Διοτίμα του και στοχάζεται τη μοίρα των αρχαίων ερειπίων, να συναπαντά «δυο Βρετανούς λογίους, που μάζευαν τη συγκομιδή τους ανάμεσα στις αρχαιότητες της Αθήνας». Όσο για τον λόρδο Μπάιρον, η απέχθεια και η οργή του για την ιερόσυλη πράξη του Έλγιν – ο οποίος, αυθάδης και ματαιόδοξος, χάραξε μετά τη λεηλασία το όνομά του καθώς και το όνομα της γυναίκας του σ’ ένα σημείο της δυτικής πλευράς του Παρθενώνα – τον ώθησαν να γράψει το πολύστροφο ποίημα “Η κατάρα της Αθηνάς” (1812) όπου διαβάζουμε τους στίχους «Και ο Ηρόστρατος και ο Έλγιν τώρα πλέον συμβιώνουν / σε φλεγόμενες σελίδες και σε στίχους που ματώνουν/ σε αιώνια καταδίκη και οι δυο καταραμένοι / μα ο δεύτερος πιο μαύρος απ’ τον πρώτο θ’ απομένει». Και, αργότερα, στο δεύτερο άσμα του Τσάιλντ Χάρολντ, θα πενθήσει τον ληστρικό εκπεσμό της Βρετανίας: «Η ρήγισσα των ωκεανών, η ελεύθερη Αλβιόνα / τη φτωχή λεία δέχεται μιας γης που αιμορραγεί/η χώρα που επέδειξε τόση γενναιοδωρία / τώρα με χέρι ‘Αρπυιας δηώνει τα μνημεία / που οι τύραννοι κι ο χρόνος είχαν σεβαστεί».

Η απληστία και η αφελής αλαζονεία της Μαίρη Νίσμπετ -η οποία έδρασε καταλυτικά στην καταστροφή ενός θησαυρού την πολιτισμική αξία του οποίου δεν κατανοούσε αλλά στο δάνειο κύρος του οποίου απέβλεπε – αντικατοπτρίζει την πεποίθηση των ισχυρών της εποχής της ότι έχουν δικαίωμα να οικειοποιούνται τα μνημεία των αδυνάμων και να υπεξαιρούν κατά βούληση ό,τι τους συγκινεί αισθητικά. Και βεβαίως, μια τέτοια αντίληψη βρίσκεται στους αντίποδες της αντίδρασης του Λόρδου Μπάιρον απέναντι στη βίαιη αποκοπή των μνημείων από τον τόπο τους για να κοσμήσουν ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές. Ο ποιητής είχε βαθύτατη επίγνωση ότι τα ερείπια του παρελθόντος και η νεοελληνική συνθήκη που τα φιλοξενεί συνιστούν ένα αρραγές αισθητικό σύνολο, ότι είναι «μέρος της «ποίησης» του ελληνικού τοπίου, που δεν θα μπορούσε ποτέ να ανακτηθεί σε ένα μητροπολιτικό μουσείο. Με τον τρόπο του, αναγνώριζε ότι ο Παρθενώνας δεν είναι ένα σύνολο από κομμάτια που μπορούν να αφαιρεθούν και να διασκορπιστούν, αλλά ένα ενιαίο έργο τέχνης, ένα σώμα που πρέπει να αποκατασταθεί. Αυτή ακριβώς είναι και η βάση του διαρκούς αιτήματος της ελληνικής πολιτείας για επανένωση των γλυπτών του Παρθενώνα, για την επιστροφή των κλεμμένων αρχαιοτήτων που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο. Είναι ένας διαχρονικός εθνικός αγώνας, στον οποίο συμβάλλει και το ντοκιμαντέρ που θα παρακολουθήσουμε σήμερα, για το οποίο θέλω να συγχαρώ την κ.Μιμή Ντενίση για την ιδέα και το σενάριο, την κ.Κατερίνα Ευαγγελάκου για τη σκηνοθεσία και όλους τους συντελεστές για την καλή προσπάθεια».

Πηγή: skai.gr

Πηγή: www.skai.gr

Σχετικές αναρτήσεις

Πηγές ΕΛ.Α.Σ: Ανάγκη υπέρβασης των υφιστάμενων κομματικών σχηματισμών

admin

Την 115 Πτέρυγα Μάχης στη Σούδα επισκέφθηκε ο Κωνσταντίνος Τασούλας

admin

Άγιο Φως: Σήμερα «κλειδώνουν» οι αποφάσεις για τη μεταφορά στην Αθήνα

admin

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. Αποδέχομαι Διαβάστε περισσότερα

Privacy & Cookies Policy