
Με ψυχραιμία και χωρίς δημόσιες τοποθετήσεις αντιμετωπίζει η ελληνική κυβέρνηση τις εξελίξεις που ακολούθησαν τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, εκτιμώντας ότι οι συζητήσεις για πιθανή επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 δεν αποτελούν αιφνιδιαστική εξέλιξη, αλλά εντάσσονται σε μια μακρά διαδικασία διαβουλεύσεων που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και μήνες.
Όπως αναφέρει η Καθημερινή, σύμφωνα με την κυβερνητική εκτίμηση, οι σχετικές διεργασίες είχαν ξεκινήσει ήδη από τις πρώτες εβδομάδες της επιστροφής του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, με την Αθήνα να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και να ενημερώνεται σε αρκετές περιπτώσεις απευθείας από αμερικανικής πλευράς.
Ωστόσο, η ένταση στη Μέση Ανατολή από το προηγούμενο καλοκαίρι, αλλά και οι τριβές μεταξύ της κυβέρνησης Νετανιάχου και της Ουάσιγκτον, τόσο σε επίπεδο εκτελεστικής όσο και νομοθετικής εξουσίας, είχαν προσωρινά επιβραδύνει την πρόοδο των σχετικών συζητήσεων.
Στην ελληνική πλευρά θεωρούν ότι ακόμη και αν βρεθεί λύση στο ζήτημα των κυρώσεων CAATSA, αυτό δεν συνεπάγεται αυτομάτως την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. Για να συμβεί κάτι τέτοιο απαιτείται ξεχωριστή νομοθετική διαδικασία και έγκριση από το αμερικανικό Κογκρέσο.
Παράλληλα, έμπειροι αναλυτές δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο ο Ντόναλντ Τραμπ να επιδιώξει μια σταδιακή επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς, χωρίς να απαιτήσει την πλήρη εγκατάλειψη των ρωσικών S-400, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν θα ενεργοποιηθούν παρά μόνο σε περίπτωση απολύτως έκτακτης ανάγκης.
Η κυβερνητική γραμμή
Καθώς πρόκειται για μια διμερή διαπραγμάτευση μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας, η Αθήνα αποφεύγει να τοποθετηθεί δημοσίως επί των αμερικανοτουρκικών συνομιλιών.
Το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης είναι ότι η Ελλάδα έχει ήδη εξασφαλίσει την ένταξή της στο πρόγραμμα των F-35 και μάλιστα προηγείται χρονικά της Τουρκίας.
Όπως επισήμανε χθες μιλώντας στον ΣΚΑΪ και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, το 2019 η Ελλάδα βρισκόταν εκτός τόσο του προγράμματος F-35 όσο και της αναβάθμισης των F-16. Σήμερα, έχει εξασφαλίσει την προμήθεια 20 F-35, με δυνατότητα επέκτασης σε συνολικά 40 αεροσκάφη, ενώ παράλληλα προχωρά η αναβάθμιση 83 F-16 στην έκδοση Viper. Αντίθετα, η Τουρκία, που το 2019 βρισκόταν σε τροχιά απόκτησης των F-35, σήμερα εξακολουθεί να επιδιώκει την επιστροφή της στο πρόγραμμα.
Η κυβέρνηση δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στη θέση της Ελλάδας εντός του ΝΑΤΟ, προβάλλοντας ως σημαντικό πλεονέκτημα το γεγονός ότι η χώρα συγκαταλέγεται ήδη μεταξύ των κρατών που καλύπτουν τους νέους στόχους για τις αμυντικές δαπάνες.
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, η Ελλάδα έχει ήδη υπερβεί τη δέσμευση που συμφωνήθηκε στη Σύνοδο της Χάγης και βρίσκεται στην πρώτη πεντάδα των χωρών της Συμμαχίας που πέτυχαν από το 2026 τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ για αμιγώς αμυντικές δαπάνες, μαζί με την Πολωνία, την Εσθονία, τη Λετονία και τη Λιθουανία.
Παρότι η χώρα εξακολουθεί να υστερεί στον τομέα της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας σε σύγκριση με άλλους συμμάχους, η Αθήνα αξιοποιεί τις αυξημένες αμυντικές επενδύσεις ως βασικό διπλωματικό επιχείρημα.
Η ελληνική πλευρά επιδιώκει να αναδείξει ότι όλες οι χώρες που έχουν ήδη αυξήσει σημαντικά τις αμυντικές δαπάνες τους αντιμετωπίζουν υπαρκτές απειλές ασφαλείας.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, το επιχείρημα είναι ότι η ανάγκη αυτή συνδέεται με την τουρκική προκλητικότητα, παρά το γεγονός ότι η Τουρκία αποτελεί σύμμαχο στο ΝΑΤΟ.
Η οικονομική στήριξη προς την Ουκρανία
Κατά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναμένεται να αξιοποιήσει το γεγονός ότι η Ελλάδα επενδύει ήδη περίπου 28 δισ. ευρώ σε εξοπλισμούς έως το 2036, προκειμένου να ασκήσει πίεση για τον τρόπο υπολογισμού της ελληνικής συνεισφοράς προς την Ουκρανία.
Η Αθήνα επιδιώκει να συνυπολογιστούν στα συνολικά ποσά που διαθέτει το ΝΑΤΟ και τα κονδύλια που έχουν ήδη χορηγηθεί μέσω των ευρωπαϊκών δανείων.
Με βάση τις μέχρι τώρα εκτιμήσεις, η Ελλάδα αναμένεται να διαθέσει μέσα στο 2026 περίπου 200 εκατ. ευρώ επιπλέον, πέραν της συμμετοχής της στο πρόγραμμα Prioritized Ukraine Requirements List (PURL), μέσω του οποίου χρηματοδοτείται η αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων για την Ουκρανία.
Την ίδια ώρα, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε συνεχίζει να ενθαρρύνει τα κράτη-μέλη να προμηθεύονται αμερικανικά οπλικά συστήματα, την ώρα που αρκετές ευρωπαϊκές χώρες επιδιώκουν τη μεγαλύτερη αξιοποίηση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Η ελληνική κυβέρνηση εμφανίζεται επίσης επιφυλακτική απέναντι στην προοπτική να αναληφθούν ήδη από τώρα δεσμεύσεις για χρηματοδότηση της Ουκρανίας και μετά το 2026, εκτιμώντας ότι το επόμενο έτος ενδέχεται να δημιουργήσει προϋποθέσεις για διπλωματικές εξελίξεις στο ουκρανικό μέτωπο.
Πηγή: skai.gr
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Πηγή: www.skai.gr
